Του νεκρού αδερφού

Ετούτη η υπέροχη παραλογή έχει όπως, εν γένει τα δημοτικά τραγούδια, μια αμεσότητα διαχρονική. Γλιστρά στην καρδιά, τόσο γλυκόπιοτη, ώστε ο νους δεν προλαβαίνει ν' αντιδράσει. Πολλά τα μερίδια ευθύνης κι ίσως η γλώσσα να διεκδικεί το μεγαλύτερο. Είναι παραπάνω κι από εκπληκτικό ή αξιοθαύμαστο, να συλλογιέσαι πως τούτη η λαλιά έχει βαστάξει, ακατάβλητα ζωντανή, χίλια και βάλε χρόνια! Χίλιες γενιές, που ανθίσαν και μαράθηκαν με τα ίδια τραγούδια και τις ίδιες προσμονές. Σαν να σκαρώνουμε ένα μεγάλον άνθρωπο, όλοι οι πρόσκαιροι εμείς. Ένα γίγαντα, ξαπλωμένο στους αιώνες, με τα ποδάρια να πατούνε στο Βυζάντιο κι η κεφαλή του να μιλά σήμερα τον ίδιο λόγο. Η κοινή ετούτη γλώσσα είναι βαθύτερο κι από συνδετικός μας κρίκος : είναι κοινή μας φύση και κοινή μοίρα. Είναι απόσταγμα τέτοιας καθαρότητας, που ξαναντύνει τον άνθρωπο τη λαμπερή του γύμνια. Είναι κόψη τόσο λειασμένη, πάνω σε χείλη αμέτρητα, ώστε βυθίζεται μεμιάς κατάψυχα, δίχως αντίσταση, μέχρι τον ανερμήνευτο πυρήνα. Σαν πιάνεις να λες τούτο το «μάνα», δε βγαίνει δική σου φωνή, από τα στήθη. Βγαίνουν οι αντηχήσεις των μυριάδων, όσων γεννήθηκαν και όσων γεννήσαν, που αγαπήθηκαν ή βασανίστηκαν κι όπου, εντέλει, όλοι τους έγειραν κι έσβησαν μέσα στη γης, κατά το χρεών. Παύεις να είσαι ο άνθρωπος της εποχής σου : του διαστήματος ή άλλης. Γίνεσαι άνθρωπος απ' τα στολίδια γυμνωμένος. Ταυτίζεσαι με τον Άνθρωπο, που ενώνει τους ανθρώπους. Γι' αυτό νοείς αβίαστα, ακόμα και όσα μοιάζουν, εν πρώτοις, ξένα. Γίνεσαι καβαλάρης δίχως να 'χεις αγγίξει άλογο ποτέ, Ακρίτας δίχως να 'χεις σπαθί σηκώσει. Όμοια, γίνεσαι μάνα, γίνεσαι νύφη ή γιος νεκρός, γίνεσαι πρωτομάστορας, γίνεσαι ιππότης, υπηρέτης, πουλί κι άλλοτε, πάλι, ο Βοριάς ή θάλασσα. Δεν το γνωρίζω, ούτε ξώφαλτσα να το ξηγήσω, μα τούτες οι λέξεις γίνονται αντιληπτές τόσο ακέραια και αμεσολάβητα, από το διάβα των αιώνων, σαν να μην είχαμε διόλου αλωθεί από την τηλεόραση ή το χρηματιστήριο. Λες πως αντλούν από εικόνες τόσο αρχέτυπες, σύμβολα τόσο στοιχειώδη, ώστε δεν είναι η ζωή που τα 'πλασε και ο Λόγος μα, ίσα-ίσα, είναι που μέσα τους ρίζωσε η ζωή για να βλαστήσει.

Τώρα, δεν πρόκειται να ζαλίσω τον αναγνώστη μ' ολάκερη φιλολογική ανάλυση - λες και θα μπορούσα. Δυο-τρεις σκέψεις μονάχα - αδούλευτες - κι αποχωρώ. Σύμφωνα με το σχολικό βιβλίο, η πρώτη σύλληψη της παραλογής γίνηκε κάπου στη Μικρά Ασία, γύρω στον 9ο αιώνα. Εκείνη η «Βαβυλώνα» - το θυμάμαι περισσότερα με τα σπλάχνα, παρά τη μνήμη - με προβλημάτιζε απ' την πρώτη στιγμή της εφηβείας, σαν πρωταντίκρυσα το ποίημα. Έμοιαζε παράταιρη κι ετεροχρονισμένη. Άσχετη, που λέμε σήμερα. Τέλος πάντων, τα χρόνια κύλησαν κι έγινα πια 45. Ο χρόνος άλλαξε γεύση, χρώμα και βαρύτητα, από τα χρόνια εκείνα, τότε που όλα ήταν δυνατά κι ο θάνατος μακρινός, τόσο που θα τον έλεγες κι ανύπαρκτο. Μα τα πράγματα, από καιρό πλέον, πάψαν να είναι αιώνια και τα μονοπάτια μας διασταυρώθηκαν επανειλημμένα, με ημερομηνίες λήξης, δικές μας ή αγαπημένων. Έτσι, μόλις εχθές, διαβάζοντας ξανά το χιλιοδιαβασμένο, η Βαβυλώνα γίνηκε τόσο ξεκάθαρη - η έστω μια ερμηνεία της - ώστε απόρησα κι ο ίδιος. Πρώτα-πρώτα, έπρεπε να ελέγξω τη χρονική διάταξη. Υπήρχε περίπτωση η Βαβυλώνα να στεκόταν ακμάζουσα κι ορθή, τον 9ο αιώνα; Δεν είμαι κανένα τέρας Ιστορίας κι η Wikipedia μου επισημαίνει ότι η κάποτε πολυάνθρωπη πρωτεύουσα αργόσβησε και χάθηκε απ' το χάρτη, με το πέρασμα της ελληνιστικής εποχής.

Πολλοί αιώνες από τότε κι είναι, σχεδόν, αδύνατο να ζυγίσουμε 'μεις σήμερα το βάρος και το μέστωμα των λέξεων, πάνω σε χείλη σβησμένα από χρόνους. Ίσως η λαϊκή παράδοση και η μιλιά κράτησαν ζωντανά τη μνήμη και το θάμπος του μακρινού τόπου κι έφτιαξαν από τη Βαβυλώνα ένα σύμβολο. Ας πούμε ένα σύμβολο της ξενιτιάς. Μα στην αγνή, λαϊκή καρδιά δεν αρκεί τούτο το εμπόδιο μονάχα. Έχει καθάρια τη γνώση ότι καμιά απόσταση, ποτέ, δε στάθηκε εμπόδιο, για 'κείνους που ποθούν πραγματικά να σμίξουν. Ο χώρος δεν αρκεί για να διαρρήξει τον άνθρωπο στα δύο, σαν είναι δηλαδή αποφασισμένος. Τα χείλη γύρευαν να συλλάβουν το αδύνατο, το υπέρτατα απροσπέλαστο. Κι έτσι, εκούσα άκουσα, η παράδοση εκτόπισε την Αρετή όχι μόνο στο χώρο, μα και στο χρόνο, όμοια. Την έστειλε όχι, απλά, σε τόπο μακρινό, μα και σε χρόνο μακρινό. Η άβυσσος τούτη ξεπέρασε τα μέτρα και τ' ανθρώπινα, γίνηκε αδιάβατη για τη θνητή ζωή. Μα μόνο για τη θνητή. Τούτο το υπεράνθρωπο χάσμα συγκλίνει κάποτε στο βάθος του - όμοια, σαν κάθε χάσμα - μα μόνον ίσα και πέρα από τα παραπετάσματα του θανάτου. Το πέρασμα είναι έτσι μπορετό, αλλά μονάχα στους νεκρούς. Μόνον νεκρός ο Κωνσταντής μπορεί να κατισχύσει επί του Χρόνου και μόνο καβάλα με τον Κωνσταντή γίνεται η Αρετή ικανή να επιστρέψει.

[...]

Μ' άλλα λόγια, αν ο σοφός κατανικά το χρόνο με το εσωστρεφές ξεπέρασμα της αυταπάτης τούτης, από την άλλη ο λαός, θυμώδης κι εκδηλωτικός, αντιπαλεύει τη φθορά μ' όπλα, πιο ταιριαστά στη φύση του, όπως η μνήμη. Η μνήμη αναγκάζει το χρόνο να παγώσει μια στιγμή, να κοντοσταθεί μια στάλλα. Σ' αυτόνε τον ανασασμό είναι που θριαμβεύει - έστω προσωρινά - ο εφήμερος άνθρωπος. Η θύμηση είναι που καταλύει αποστάσεις, οποιασδήποτε διάστασης (χωρικής ή χρονικής), και αποκαθιστά στον άνθρωπο τη χαμένη ολότητά του. Μπορεί να μη τον φτιάχνει νικητή, μα σίγουρα τον φτιάχνει μαχητή σε τούτη την, ούτως ή άλλως, προκαθορισμένη μάχη, που καλούμε ζωή. Αν έχει όρεξη να το τραβήξει κανείς ακόμα - αυτό και κλείνω τούτο το ζήτημα - θα μπορούσε, ίσως με κάποια βάση, να ισχυριστεί ότι κι αυτή η ίδια η μάνα στέκει ανήμπορη όχι απλά από τα χτυπήματα της τύχης ή το γήρας, μα κι από κάτι ακόμα. Αποστερημένη απ' τα παιδιά της, από τη δύναμη δηλαδή του ανθρώπου ν' απλώνει την ύπαρξή του στο χρόνο, η μάνα έχει πλέον απωλέσει τη σημαντικότερη διάσταση. Καθηλωμένη στον τόπο και συρρικνωμένη στο χρόνο, ένα ασήμαντο σημείο, η μάνα δεν έχει άλλο απ' το να υπομένει παθητικά.

Μα και τούτο, ακόμη, είναι όμορφο και δουλεμένο τόσο : η ώρα που καταφτάνει η Αρετή στο σπίτι. Δεν πρόκειται για εικόνα στατική, όπως οι περισσότερες περιγραφές και οι διάλογοι που προηγήθηκαν. Είναι μια εικόνα ρευστή και δυναμική, η οποία θα έβρισκε ένα τέλειο ανάλογο στη σύγχρονη, κινηματογραφική τέχνη. Και το κάνει μάλιστα με τρόπο απείρου - όπως συνηθίζουμε να λέμε - κάλλους. Από το «Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα» στο «βλέπει τον μπάλσαμο ξερό το καρυοφίλλι μαύρο» το μάτι έχει επικεντρωθεί από το αρχικό γκρο-πλαν σε μια επιμέρους λεπτομέρεια. Ο νους έχει «υποχρεωθεί» ανεπαίσθητα και με τέχνη απροσμέτρητη να πλησιάσει. Να περπατήσει, κάποιαν ώρα, στο πλευρό της Αρετής κι ίσως να γονατίσει κάποτε μαζί της, στο λείψανο μιας ρημαγμένης γλάστρας. Κι όλα ετούτα, επιπλέον, δίχως την παραμικρή χρεία ρημάτων υποδηλωτικών κίνησης, παρά με κατάλληλη εναλλαγή εικόνων. Τούτη η έντεχνη εναλλαγή λειτουργεί σα μια διήγηση παράλληλη στη διήγηση, μα που δε γίνεται ποτέ.

Με τον ίδιο έμμεσο και κομψό τρόπο, ο αναγνώστης συνοδεύει την Αρετή στα τελευταία της βήματα, ίσαμε λίγο πριν αγγίξει το μάνταλο της πόρτας : «βρίσκει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα» κι αργά το βλέμμα σηκώνεται «βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα». Σε μια «χορογραφία» ασύλληπτης αμεσότητας και ζωντάνιας, ο θεατής βρίσκει τον εαυτό του στη θέση της Αρετής, να αντιγράφει τις ίδιες αιώνιες κινήσεις, τις οποίες επαναλάμβαναν και θα επαναλαμβάνουν όλα τα αναρίθμητα στίφη των ανθρώπων - που γεννήθηκαν και πρόκειται να γεννηθούν - μπροστά σε μία πόρτα σφαλιστή : το βλέμμα αποτραβιέται δισταχτικά απ' το χέρι, το οποίο ακόμη βαστά την πόρτα και, γέρνοντας ελαφρά το σώμα πίσω, πιάνει κανείς ν' αναζητά σημεία ζωής στα παραθύρια. Μια υπέροχα σκηνοθετημένη σεκάνς, η οποία ολοκληρώνεται κάποτε εκρηκτικά με το δυνατό χτύπημα στην πόρτα, διαλύοντας τη νεκρική σιγή και κάνοντας το θεατή να τιναχτεί, άθελά του, ξαφνιασμένος. Έτσι, και λίγο προτού αλλάξει η σκηνή, το ξάφνιασμα του αναγνώστη έχει προοικονομίσει, ήδη, την αντίδραση της μάνας που ακολουθεί και η μετάβαση γίνεται με τον πλέον ομαλό και φυσικό τρόπο. Απλά μαγικό!

Τι άλλο να πει κανείς; Αριστοτεχνικά δομημένη παραλογή, τόσο σε δραματουργική, όσο και εικονοπλαστική δύναμη. Δεν είναι τυχαίο πως τόσο αγαπήθηκε και τόσο διαδόθηκε σ' αμέτρητες παραλλαγές στα Βαλκάνια ή αλλού - άραγε με την ίδια μαεστρία; Μα τα είπα πια όλα, όσα είχα να πω και πιέζομαι να βγει ο λόγος. Για χάρη της οικονομίας, μα και της υπομονής, θα σας αφήσω εδώ.

Υποκείμενο ...

Κάποια φορά, Μοναστηράκι, πετυχαίνω στο διπλανό τραπέζι τύπο τόσο κατεστραμμένο, ώστε έτριβα τ' αυτιά μου για να το πιστέψω. Συνοδευόμενος από χαριέστατη φυσιογνωμία, μιας γάμμα δεκαετίας, πάλευε να την αλώσει απεγνωσμένα - μ' αν έκρινα ορθά απ' το πεινασμένο μάτι - με απώτερο στόχο όχι και τόσο τα εσωτερικά χαρίσματα. Όμως το θέμα ήταν ακριβώς ετούτο : πώς πάλευε να το πετύχει, ο δόλιος, πώς;; Διαβάζοντάς της ποίηση! Ναι, ναι, ΠΟΙΗΣΗ!! Αν έχετε το θεό σας : ΠΟΙ-Η-ΣΗ!!! Το 2018 ή πρόπερσι!! Πολιορκούσε τη συνοδό του, με στιχουργήματα και σωρεία καμένων, φιλοσοφικών κλισέ, του τύπου : το εφήμερο της στιγμής, η ανυπαρξία του αύριο και άλλα τέτοια, που συγκινούν ως και τις ρέγγες - αλλά πρωτίστως τους παντρεμένους. Έτσι, αναίσχυντα. Μέσα στο καταμεσήμερο, δίχως ντροπή κάτω απ' τον ήλιο! Δίχως τον παραμικρό σεβασμό για τ' αρχαία μάρμαρα, στο φόντο, ή για μας δίπλα, που πίναμε καφέ ανυποψίαστοι από την ερωτική λαιμαργία και τα πάθη του Κόσμου!

Έχει περάσει καιρός, από τη μέρα εκείνη. Τόσα φεγγάρια κι εγώ, παρόλα αυτά, δεν έχω καταφέρει να σταυρώσω γκόμενα. Μου μπήκαν τα διαόλια. Βρε λες; λέω στον εαυτό μου. Μήπως να πέσω τόσο χαμηλά και να το ρίξω στην κουλτούρα; Τι έχω να χάσω, το λοιπόν; Πόσο περισσότερο ρεζίλι να γίνει κανείς, απ' εκεί που ήδη βρίσκομαι;; Μια και δυο, να πούμε, ξεχωνιάζω τα παλιά, σχολικά βιβλία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και πέφτω με τα μούτρα. Από τότε, ξαπλώνω κάθε βράδυ αγκαλιά με το Διγενή Ακρίτα και τον Άγουρο Ποθοφλόγιστο - παρέα, δυστυχώς, λίαν τριχωτή για τα προσωπικά μου γούστα. Μα κάμω υπομονή. Κάποτε θα γίνω άνθρωπος βαθύς και καλλιεργημένος, θα γίνω τέρας μόρφωσης και λυρισμού. Ο λόγος μου θα γλιστρά μελίρρυτος και τα χείλη μου θα στάζουν ρίμες και παρομοιώσεις. Και τότε, θα βρεθώ επιτέλους θρονιασμένος στις άβολες, ψάθινες καρέκλες των Διόσκουρων, μ' ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και τη γυναίκα των ονείρων μου - ή έστω ένα μη χείρον γκομενάκι - να γέρνει μαυλιστικά στον κόρφο μου.

Ίσαμε εκείνη η στιγμή, ωστόσο, θα λουφάξω στη γωνίτσα αυτή και θα παραμιλώ τα σωθικά μου. Μα να τα πούμε, τώρα, και λίγο σοβαρά. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που να διαβάζει λογοτεχνία, τόσο μα τόσο βυθισμένος στη διήγηση, ώστε να μην κάνει παράλληλα σκέψεις δικές του. Οι σκέψεις αυτές, είναι μια δεύτερη λογοτεχνία, που αναπτύσσεται στο σκελετό της πρώτης, ντύνοντας με νέα σάρκα τη σάρκα που διεκδικεί η φθορά. Οι σκέψεις των ανθρώπων, που διαβάζουν καθημερινά, δημιουργούν τόσες παραλλαγές, όσες κι οι αναγνώσεις. Είμαι βέβαιος πως ο πλούτος ετούτης της παραγωγής βάνει κάτω ίσαμε και χίλια διδακτορικά Φιλολογίας. Αυτά τα μπολιάσματα είναι εξίσου πολύτιμη κληρονομιά με τα γραμμένα κι ας είναι αφανής. Είναι ένας ανθρώπινος κόσμος σιωπηλός, που υφέρπει καρτερικά στ' όργωμα των γενεών και των αιώνων. Πότε θ' ανθίσει, τι σοδειά θα δώσει, δεν υπάρχει άνθρωπος να το προοικονομίσει. Ίσως να γίνει, μοναχά, τρόπος που το χέρι θ' απλώσει, κάποτε, να προσφέρει ένα ποτήρι νερό ή να γλιτώσει από την άβυσσο. Τούτο το «μοναχά» ωστόσο - τούτος ο σιωπηλός κόσμος - είναι για μας, όλο κι όλο, ό,τι μας απομένει. Είναι τα πάντα.

Κάποτε-κάποτε, γράφουμε κι εμείς. Ψελλίζουμε βεβιασμένα και άγαρμπα. Δεν έχει σημασία το ταλέντο, η κλίση. Οι διεργασίες μπήκαν σε κίνηση από το λόγο 'κείνον. Τρύπωσε κάποτε μέσα μας, ξεχειλίζοντας από σελίδες που μοσχομύριζαν χαρτί και υπόσχεση. Τούτη η κίνηση είναι η δεύτερη ζωή μας. Δεν τη γνωρίζουν στη δουλειά, δεν κουτσομπολεύεται στην καφετέρια. Μένει κρυφή ως κι απ' τη μάνα μας την ίδια. Κι ωστόσο την κουβαλάμε εκκωφαντικά και αδιάλλειπτα σε κάθε μας βήμα, στοιβαγμένοι στο λεωφορείο ή αντιμέτωποι με τον ορίζοντα, όμοια. Είναι μεγάλη κουβέντα αν μπαίνουν τα αισθήματα σε λέξεις, αν χωρούνε ή αν πρέπει. Είμαστε εν μέρει ορυκτά ακατέργαστα κι εν μέρει λαξευμένα τεχνουργήματα, αλλά είμαστε. Κι ούτε ο κίονας είναι μάρμαρο περσότερο απ' το μάρμαρο, ούτε το μάρμαρο κίονας πιο λίγος απ' τον πρώτο. Το τι μπορούμε να πούμε ή να γίνουμε, είναι γρίφος κρυμμένος στο αδούλευτο μάγμα του νου. Μα κι εκείνο που λέμε ή που πράττουμε δεν είναι από ύλη διαφορετική, άλλη απ' την πυρά των σπλάγχνων. Δεν είναι παρά μια ανάγνωση του ανέκφραστου. Μια μόνο ανάγνωση, από τις άπειρες. Μια κοίτη να κυλούμε, από τις κοίτες. Μια ζωή δε φτάνει, βέβαια, για να διαβάσεις μια ζωή - δική σου ή άλλη. Εν τέλει, δεν έχει διαφορά. Διαβάζοντας ένα βιβλίο ή έναν άνθρωπο, κατά κάποιο τρόπο, φτιάχνεις μι' ανάγνωση του εαυτού σου. Μόνο που αλλάζουνε οι λέξεις. Κάποτε γίνονται αγγίγματα, βλέμματα, ήχοι, κίνησες, οι ζωές των αγαπημένων μας, μα δεν παύουν στιγμή να είναι λέξεις, με τον άρρητο δικό τους τρόπο.

Στα επόμενα, απλά, κάποιες δικές μου αναγνώσεις. Καλό ταξίδι...